Ιωάννης Παπαχρήστου

Author: Ioannis Papachristou (Page 3 of 3)

Από το Μυρέλαιον στην αγ. Θεοδοσία
Κωνσταντινούπολη

2 Ιανουαρίου 2017

Η αρχή του νέου έτους δίνει το σύνθημα για νέες διαδρομές. Κρυμμένος ανάμεσα στις σύγχρονες αρχιτεκτονικές ασχήμιες του μαχαλά Μεσίχ Πασά της Πόλης στο βρωμερό Άκσαράι, κοντά στο Λάλελι, βρίσκεται ο βυζαντινός ναός που έχτισε ο αυτοκράτορας Ρωμανός Α΄, ο Λεκαπηνός (μάλλον αρμενικής καταγωγής) δίπλα στο παλάτιό του. Το αξιοθαύμαστο κτίσμα με τους ιδιαίτερους ενσωματωμένους τούβλινους κίονες μοιάζει χτισμένο σε κορυφή λόφου: η υπόγεια κρύπτη του δίνει το φαινόμενό του ύψος. Χτίστηκε περί το 920 και μετατράπηκε σε τζαμί από τον Μεσίχ Πασά μάλλον τον 15ο αιώνα. Η κρύπτη, όπου θάφτηκε ο Ρωμανός με την οικογένειά του εγκαινιάζοντας πρώτος για τις βυζαντινές συνήθειες ένα προσωπικό μαυσωλείο, φέρεται να είναι η αιτία της έτερης τουρκικής ονομασίας του τζαμιού ως Μπόντρουμ. Το μνημείο υπέστη σοβαρές ζημιές από τους Λατίνους το 1204 και αργότερα κάηκε δύο φορές (1782, 1911) και αναστηλώθηκε. Το Μυρέλαιον, όπως είναι γνωστό το μνημείο, υπήρξε το καθολικό μονής που δεν σώζεται. Στο εσωτερικό του τζαμιού διακρίνονται ακόμα κάποια κιονόκρανα της βυζαντινής περιόδου. Ανασκαφές κατά τον 20ό αιώνα έφεραν στο φως μέρος του παλατίου του Ρωμανού που σήμερα χρησιμοποιείται ως σκεπαστή αγορά καταστημάτων. Έμαθα ότι οι μαγαζάτορες θα εγκαταλείψουν σύντομα το παλάτιο διότι θα αναστηλωθεί.

Αφού η δεύτερη μέρα του χρόνου ήταν ηλιόλουστη, αποφάσισα να πιάσω την μεγάλη λεωφόρο Ατατούρκ που αρχίζει από την Θάλασσα του Μαρμαρά και διασχίζει την πόλη ως τον Κεράτιο, όπου ήθελα να φτάσω. Το πρώτο μνημείο που μαγνητίζει το βλέμμα είναι το τζαμί της βασιλομήτορος Pertevniyal Valide Sultan σε σχέδια του Αρμένιου Σαρκίς Μπαλιάν. Οικοδομήθηκε κατά τα έτη 1869-1871 και αποτελεί εμβληματικό αρχιτεκτόνημα σε στιλ τουρκικού ροκοκό (συνδυασμός αναγεννησιακού, γοτθικού και κλασσικού οθωμανικού στιλ). Ανηφορίζοντας την λεωφόρο προσπερνάμε το ομώνυμο λύκειο και λίγο μετά στα δεξιά μας φαίνεται το μεγάλο συγκρότημα της διεύθυνσης του Μητροπολιτικού Δήμου Κωνσταντινούπολης και στα αριστερά ένα υποτυπώδες αρχαιολογικό πάρκο (Saraçhane). Κάτω από το επίπεδο του δρόμου βρίσκονται τα θεμέλια του βυζαντινού ναού του αγίου Πολυεύκτου μαζί με μέρος της κρύπτης του. Τα ερείπια του πολύ μεγάλου ναού έχουν περιφραχθεί χωρίς να φυλάσσονται, έτσι ο επισκέπτης δεν μπορεί να περπατήσει στο εσωτερικό. Ο ναός κτίστηκε από την αριστοκράτισσα Ανίκια Ιουλιάνα το 527 στα πρότυπα του ναού του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ. Διάφορα μέλη του ναού είχαν αποσπαστεί από τους Σταυροφόρους και μεταφέρθηκαν στην Βενετία μετά το 1204. Κιονόκρανα και βάσεις κιόνων του ναού είναι διάσπαρτα στο πάρκο και πάνω τους ξεκουράζονται περιστέρια, εργαζόμενοι που τρώνε το μεσημεριανό τους γεύμα και κουρασμένοι διαβάτες. Απέναντι δεσπόζει το Şehzade τζαμί (1543-1544) το οποίο έχτισε ο περίφημος αρχιτέκτονας Σινάν κατ’ εντολή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή για τον γιο του Μεχμέτ που πέθανε 22 ετών. Προσπερνάμε το ρωμαϊκό υδραγωγείο του Ουάλεντος (4ος αι.), που είχε μήκος σχεδόν ένα χιλιόμετρο, και την μονή Παντοκράτορος (Zeyrek τζαμί) και βγαίνουμε στα νερά του Κεράτιου κόλπου.

Στρίβοντας αριστερά στον Κεράτιο πιάνουν τα βυζαντινά τείχη της Πόλης και ήδη είμαστε στις παρυφές του παλαιότατου μαχαλά της Αγιάς, στην εντός των τειχών Πόλη, και παρά τον Κεράτιο Κόλπο, γνωστού από την οθωμανική περίοδο και μετά ως Cibali (Τζιμπαλί). Η τουρκική ονομασία προέρχεται από το γεγονός ότι πέρασε από την Πύλη της Αγιάς ο πασάς Cebe Ali την ημέρα της πτώσης της Πόλης. Η παλιά ονομασία Αγιά μάλλον προέρχεται από τον επιβλητικό ναό της αγίας Θεοδοσίας, που μάλιστα γιορτάζει την 29η Μαΐου, μέρα που πάρθεν η Πόλη. Ο μύθος λέει ότι μπαίνοντας ο Cebe Ali και η στρατιά του από την Πύλη της Αγιάς στα βυζαντινά τείχη βρήκαν τον ναό στολισμένο με τριαντάφυλλα και όταν ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί (αρκετά αργότερα, ίσως το 1512) ονομάστηκε “τζαμί του ρόδου” (Gül camii). O μαχαλάς είχε κυρίως εβραϊκό και ρωμαίικο πληθυσμό που κατά κύριο λόγο ήταν εργάτες κρίνοντας από το πλήθος των εργαστηρίων (σιδεράδικα, τορνατζίδικα και πολλά άλλα). Διέμειναν όμως εκεί και δραγουμάνοι, ποστέλνικοι και καπού-κεχαγιάδες. Από τις αρχές του 20ού αιώνα σταδιακά εγκαταλείφθηκε από την ρωμαίικη και εβραϊκή κοινότητα και κατοικήθηκε από εσωτερικούς μετανάστες, από τη Μαύρη Θάλασσα και αλλού. Το Τζιμπαλί κάποτε εκτεινόταν και εκτός των βυζαντινών τειχών γύρω από την αγία Θεοδοσία, τον άγιο Νικόλαο και το αγίασμα του αγίου Χαράλαμπου, όπου βρισκόταν και “σχολείον κοινόν ελληνικόν” που μετέπειτα (1906) μετονομάστηκε σε Ζαφειροπούλεια Εκπαιδευτήρια. Το έξω των τειχών μέρος του μαχαλά κατεδαφίστηκε για την διάνοιξη της παραλιακής οδού του Κεράτιου κόλπου που οδηγεί προς το Φανάρι, τον Μπαλατά και τις Βλαχέρνες. Από τον κατεδαφισμένο μαχαλά στέκει μόνο του καταμεσής της λεωφόρου ένα γκιαβγκίρι (λίθινο κτίσμα), μια ζωντανή γκραβούρα της αλλοτινής Πόλης.

Κάπου εκεί, στα ξύλινα σπίτια της Αγιάς, στον δρόμο της αγοράς της έκλεισε αυτή η περιήγηση.



Χηλή
(Şile)

27 Νοεμβρίου 2016

Πριν ξημερώσει, πήραμε τον δρόμο για να αποφύγουμε την ατέλειωτη πρωινή κίνηση στις λεωφόρους της Κωνσταντινούπολης. Προορισμός η Χηλή (Şile) που κουρνιάζει πάνω από την Μαύρη Θάλασσα. Κατά το ξημέρωμα βρεθήκαμε μέσα στο βαθύ πέπλο της ομίχλης στα δάση της βόρειας Βιθυνίας που παραμένουν ακόμη άθικτα από την αλόγιστη επέκταση της Κωνσταντινούπολης. Όταν βγήκαμε στη Μαύρη Θάλασσα, το κρύο τρυπούσε το σώμα κι η ομίχλη επέπλεε πάνω στη θάλασσα με μια αργή κίνηση προς τον βορρά.

Η Χηλή της Βιθυνίας είναι η πρώτη παράλια πόλη στη βορειοανατολική πλευρά του Βοσπόρου με πληθυσμό πάνω από 25.000 κατοίκους. Στον κόλπο της μια ψηλή βραχονησίδα αποτέλεσε το βάθρο του παλαιότατου κάστρου της (απ’ όπου και το όνομά του βράχου Κάστρο) που κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1308. Το κάστρο επέβλεπε την είσοδο και έξοδο στον Εύξεινο Πόντο. Στο δυτικό ακρωτήρι της Χηλής βρίσκεται ο μεγαλύτερος φάρος της Τουρκίας χτισμένος το 1858.

Η πόλη χτίστηκε αρχικά σε δύο υψώματα που χωρίζονται από μια χαράδρα που την διασχίζει ένας ποταμός (ο Ντερές). Αργότερα η πόλη απλώθηκε και χαμηλά στην χαράδρα, όπου ο ποταμός έρεε ορμητικά τους χειμωνιάτικους μήνες. Στη Χηλή κατοικούσαν περίπου 1000 Ρωμιοί (κυρίως ψαράδες, μαραγκοί και βαρελάδες) και περίπου 2.000 Τούρκοι που λέγεται ότι άρχισαν να εγκαθίστανται μετά το 1821. Μέχρι το 1922 αποτελούσε το διοικητικό κέντρο για δεκαέξι χωριά καθώς εκεί συγκεντρώνονταν οι αρχές της περιοχής (ο καϊμακάμης, το δικαστήριο, το νοσοκομείο κ.ά.). Η Χηλή υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Χαλκηδόνας. Στην ανατολική πλευρά του Ντερέ βρισκόταν η ρωμαίικη συνοικία Σμύλοι (στα τουρκικά Ντεγιρμέν μαχαλεσί), δυτικά ήταν οι συνοικίες Κεπερίτες, Κουί και Καταπάδες (όπου ζούσαν οι εύρωστες οικογένειες της Χηλής), που αμφότερες ονομάζονταν στα τουρκικά Χισάρ μαχαλεσί. Προς τον νότο ήταν οι τούρκικοι μαχαλάδες Τσαρδάκ και Τσαρσί (όπου και η αγορά με ρωμαίικα και τούρκικα μαγαζιά) και ψηλά στο ανατολικό ακρωτήρι ο μαχαλάς Φενέρ, όπου το σήμα κατατεθέν της πόλης, ο φάρος.

Η περιήγηση στις παλιές συνοικίες της Χηλής είναι πραγματική απόλαυση, παρά τις ανηφοριές που πρέπει αναγκαστικά να διαβείς. Διατηρεί ακόμη πολλές ξύλινες και πέτρινες οικίες και δημόσια κτίσματα, κρήνες (σαν αυτή της Χαντιτζέ χανούμ του 1871), την εκκλησία του αγίου Ευθυμίου, πολιούχου της Χηλής, που σήμερα είναι τζαμί καθώς και τα ερείπια του οθωμανικού χαμάμ στα δυτικά ριζά του λόφου πάνω από τον Ντερέ. Στην αγορά θα βρεις και μπλούζες γυναικών φτιαγμένες με μια ιδιαίτερη βελονιά σε διάφορα μοτίβα που αποκαλείται Şile bezi. Τέτοια μαγαζιά θα βρεις και τριγύρω από το Λιβάδι, μια όμορφη ρωμαίικη πλατεία στους Κεπερίτες και στο Κουί την πλατεία των Καταπάδων με τον πλάτανο.

Αφήνοντας όμως στην άκρη την περιήγηση, αξίζει να αφιερώσετε χρόνο σε κάποια όμορφη γωνιά με θέα την θάλασσα και το λιμάνι ή τον φάρο. Λίγο μετά θα συνειδητοποιήσετε ότι εδώ ο αέρας μυρίζει διαφορετικά.



Παναγία Φανερωμένη Κυζίκου
Kirazlı Manastır (Kapıdağ)

23 Αυγούστου 2016

Για να φτάσει κανείς από την πόλη της Αρτάκης (Erdek) στη μονή Παναγίας Φανερωμένης στην Κύζικο, χρειάζεται να πάρει τον δρόμο προς την Πάνορμο. Λίγο πριν φτάσετε στο κέντρο του λαιμού της Κυζικηνής χερσονήσου (που στην αρχαιότητα λέγεται ότι ήταν νησί (Αρκτόνησος), αφού ο λαιμός ήταν καλυμμένος από την θάλασσα) στρίβετε αριστερά προς το κέντρο της χερσονήσου. Ο δρόμος ανεβαίνει στο βουνό αφήνοντας στο πλάι τα ερείπια της μεγαλοπρεπούς αρχαίας Κυζίκου και περνάει από δύο δύστηνα μικρά χωριά, το Μπελκίς και το Χαμαμλί. Ανεβαίνοντας προς τα χωριά μην ξεχάσετε να κοιτάξετε δεξιά σας γιατί είναι ακόμα ορατά κάποια θεόρατα ερείπια της πόλης των Κυζικηνών (κυρίως αυτά του αμφιθεάτρου) μέσα από τα ελιόδεντρα και την πυκνή βλάστηση.

Το δάσος της Κυζίκου αποτελεί μια αμείλικτη, μυστηριακή ομορφιά πλασμένη με τόση χάρη από αμέτρητα είδη δέντρων (πλατάνια, καρυδιές, καστανιές, πεύκα, και τόσα άλλα) που σε εισάγουν στο βασίλειο της σκιάς και των κρυστάλλινων νερών. Ύστερα από αρκετές στροφές μέσα στο βασίλειο αυτό, ανοίγεται ξάφνου μπροστά σου το Δίνδυμο όρος. Οι αρχαίοι κάτοικοι της χερσονήσου είδαν εκεί την Μεγάλη Μητέρα των Θεών με τα πέπλα της να διαφεντεύει το δάσος και την λάτρευαν σαν μια καλοπροαίρετη βασίλισσα του τόπου τους. Πολύ αργότερα, στους πρόποδες του όρους κι ίσως στον τόπο του αρχαίου ιερού, οι χριστιανοί αφιέρωσαν ναό στην Μεγάλη Κυρά, την Παναγία, τιμώντας την αρχαία λατρεία της Μεγάλης Μητέρας των Θεών που έτσι δεν εγκατέλειψε το μαγευτικό της δάσος, καθ’ ότι Φανερωμένη.

Η μονή τα τελευταία χρόνια λειτουργίας της, ίσως από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν είχε  πολλούς μοναχούς. Τα σχεδόν εκατό κελιά της μονής χρησιμοποιούνταν ως το 1922 από τους προσκυνητές που έρχονταν κάθε χρόνο στις 23 Αυγούστου για να τιμήσουν την Παναγία Φανερωμένη. Κατά το 1906, που τα γύρω χωριά έθεσαν θέμα κτήσης της μονής (δηλαδή οι ισχυρές πολιτείες της Αρτάκης, της Περάμου και της Μηχανιώνας), το Οικουμενικό Πατριαρχείο την όρισε πατριαρχική μονή θέτοντας τέλος στη διαφωνία. Γι’ αυτό και οι εκδιωγμένοι Ρωμιοί της Κυζίκου μετέφεραν το φθινόπωρο του 1922 την θαυματουργή εικόνα του μοναστηριού στον ναό του Αγ. Γεωργίου στο Φανάρι, όπου βρίσκεται ως τις μέρες μας ξεθωριασμένη από τους χρόνους, τα χέρια και τα χείλη των πιστών.

Σήμερα τελέσθηκε στα ερείπια της μονής η δεύτερη πατριαρχική λειτουργία μετά το 1922 με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο συγκινημένο: ο λόγος του προς τους χριστιανούς και τους ουκ ολίγους μουσουλμάνους προσκυνητές μάς καθήλωσε και μάς ενέπνευσε. Καθώς ο Πατριάρχης μιλούσε, κοιτούσα τους τεράστιους πλάτανους που φύτρωσαν στα ερείπια της μονής και γύρω από το ρυάκι που την πλαισιώνει. Στους ερειπωμένους τοίχους των κελιών κάποια πλατάνια χαμηλώνουν τα κλαδιά τους σαν να αγκαλιάζουν ό,τι έφτιαξαν οι άνθρωποι αιώνες πριν.
Όσο για το δάσος της Μεγάλης Μητέρας των Θεών, της Παναγίας Φανερωμένης, μάς περιμένει πάντα εκεί να το ανακαλύψουμε και απολαύσουμε.

*Ο περιηγητής μπορεί να βρει περισσότερα ιστορικά στοιχεία για τους οικισμούς και τα μοναστήρια της Κυζίκου στην πραγματεία του Αρτακηνού Γεώργιου Θεολόγου που συνέταξε το 1825 με τίτλο Αναγραφή της Κυζίκου (Ι. Παπαχρήστου, Π. Ποδάρας, Ι. Ρίζος (επιμ.), Αναγραφή της Κυζίκου. Ιστορική πραγματεία του 19ου αιώνα για την Κυζικηνή χερσόνησο, εκδ. Κύζικος, Νέα Αρτάκη 2015).


Αφροδισιάς

9 Ιουλίου 2016

Η αρχαία πόλη Αφροδισιάς, που άκμασε από τα ελληνιστικά χρόνια ως την ύστερη αρχαιότητα, βρίσκεται εντός των ορίων της περιοχής της Καρίας στα νοτιοδυτικά της Μικράς Ασίας αποτελώντας κατά τα ρωμαϊκά χρόνια την μητρόπολή της με τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού. Μετά τον 7ο αιώνα, η πόλη μετονομάστηκε σε Σταυρούπολη από τους χριστιανούς πια κατοίκους της, που επιχείρησαν να την ανοικοδομήσουν ύστερα από μεγάλο σεισμό, προτού την εγκαταλείψουν αργότερα τελείως. Η πόλη της Αφροδίτης είναι χτισμένη σε υψίπεδο του όρους Σάλβακος (σημ. Baba Dağ) σε ένα μαγευτικό τοπίο σπαρμένο με στάρια, ηλιοτρόπια και ελιόδεντρα.

Ξεκινήσαμε από την Σμύρνη με αυτοκίνητο προς την Αφροδισιάδα και φτάσαμε μετά από τεσσερισήμισι ώρες οδήγησης συμπεριλαμβανομένης μιας σύντομης στάσης για φαγητό στο Αϊδίνι. Η ζέστη του Ιουλίου έντονη και η ώρα που φτάσαμε μάλλον κακή, περί την μία το μεσημέρι. Αφήσαμε το αυτοκίνητο σε έναν μάλλον ανεπίσημο χώρο για παρκάρισμα πληρώνοντας πέντε λίρες και εκεί μάς ενημέρωσαν ότι δεν μπορούμε να πάμε με τα πόδια ως την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου που ήταν περίπου ένα χιλιόμετρο. Περιμέναμε λοιπόν λίγο ώσπου έφτασε ένα μικρό τρακτέρ με διαμορφωμένη καρότσα (είχαν τοποθετήσει ξύλινες τάβλες για να κάθονται επιβάτες). Δώσαμε άλλες πέντε λίρες και το τρακτέρ μας μετέφερε ως την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου.

Η θέα των αμέτρητων σαρκοφάγων στην είσοδο και λίγο πιο πέρα των ερειπίων της πόλης ήδη προτετοιμάζουν τον σημερινό επισκέπτη για ένα εντυπωσιακό ταξίδι στον χρόνο. Η λατρεία της Αφροδίτης απαντάται στην πόλη ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια. Μετά την έλευση των Ρωμαίων και την υποστήριξη που οι πολίτες της έδειξαν κατά τον πρώτο Μιθριδατικό Πόλεμο, η Αφροδίτη ταυτίστηκε, σύμφωνα με τις πηγές, με την Venus Genetrix μάνα του Αινεία και κατ’ επέκταση του ρωμαϊκού λαού. Πολλοί αυτοκράτορες τίμησαν την θεά και την πόλη της, όπως ο Σύλλας, ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Οκταβιανός και ο Αντώνιος που της παραχώρησαν το προνόμιο της αυτόνομης πόλης το 39 π.Χ., ο Τιβέριος, ο Αδριανός, ο Καρακάλλας και άλλοι.

Τα ερείπια της πόλης δείχνουν ότι ο πυρήνας της χτίστηκε με βάση το ιπποδάμειο σύστημα. Αφήνοντας την μεγαλοπρεπή πύλη με τις ανάγλυφες διακοσμήσεις, που αποτέλεσε και Νυμφαίο (τον 4ο αιώνα) και πρόσφατα αναστηλώθηκε, ήδη δεσπόζει ο ναός της Αφροδίτης στο βάθος. Ο ναός, που αργότερα (τον 5ο αιώνα) μετατράπηκε σε τρίκλιτη βασιλική των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ, χρονολογείται στην ελληνιστική περίοδο. Παραπλεύρως βρίσκεται η νότια και αρχαιότερη αγορά της πόλης με μια τεράστια πλατεία (πλάτους 200 μέτρων) στο κέντρο περιτριγυρισμένη από περιστύλια και θεμέλια μαγαζιών και άλλων δημόσιων κτιρίων και σπαράγματα από ζωφόρους σκόρπια εδώ κι εκεί. Προχωρώντας προς την δεύτερη και μεταγενέστερη αγορά της πόλης, την βόρεια, περνάμε από την οικία του επάρχου (αργότερα εκκλησιαστικού άρχοντα), το βουλευτήριο χωρητικότητας περίπου 1700 ατόμων και τα ίχνη του opus sectile (με γεωμετρικά μοτίβα), το εξαιρετικά ως τις μέρες μας διατηρημένο λουτρό του Αδριανού, στις δεξαμενές του οποίου ακόμη τρέχει νερό και ένα μεγάλο εργαστήρι γλυπτικής που μάλλον συνδέεται με την περίφημη σχολή γλυπτικής της πόλης που εξασκήθηκε πάνω στο καλό μάρμαρο  που έδινε το παρακείμενο όρος.

Η ζέστη ήταν αφόρητη και προσπαθήσαμε να ξεκουραστούμε για λίγη ώρα στις σκιές χαμηλών δέντρων δίπλα στην βόρεια αγορά, πριν συνεχίσουμε την περιδιάβαση της Αφροδισιάδας για να δούμε το θέατρο και το Σεβαστείο. Αποφασίσαμε ότι οι δυνάμεις μας ήταν ήδη λίγες για να περπατήσουμε ως το εντυπωσιακό στάδιο της πόλης, που εκ παραδρομής προσπεράσαμε και δεν θέλαμε να γυρίσουμε πάλι πίσω διασχίζοντας όλη σχεδόν την πόλη. Λυπηθήκαμε διότι αποτελεί το καλύτερα διατηρημένο στάδιο της Μικράς Ασίας χωρητικότητας 5000 θεατών. Ελπίζαμε όμως να μας αποζημειώσει ο θεός Διόνυσος, όπως και έκανε. Τα θέατρα των αρχαίων πόλεων είναι τα σπουδαιότερα απομεινάρια τους και πάντοτε προσφέρουν όμορφες οπτικές των πόλεων όταν ανεβαίνεις ψηλά στα διαζώματα. Το θέατρο της Αφροδισιάδας δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρά την ζέστη, ανέβηκα στα διαζώματα των θεατών για να απολαύσω την θέα των αγορών, της ορχήστρας αλλά και του τοπίου καθώς στο βάθος δεσπόζει το όρος Σάλβακος σαν ηφαίστειο. Το θέατρο είναι μέρος της, χαμηλής θα λέγαμε, ακρόπολης που σχηματίζεται εδώ και που κατοικήθηκε ως και τον 7ο αιώνα, όταν ένας ισχυρός σεισμός προκάλεσε την σταδιακή παρακμή της πόλης και την μετανάστευση του πληθυσμού της σε μικρότερα και μεγαλύτερα πολίσματα της γύρω περιοχής, όπου ακόμα συναντά κανείς ερείπια της Αφροδισιάδας ενσωματωμένα σε ξύλινα και πέτρινα σπίτια.

Ήταν πια ώρα να αφήσουμε εξαντλημένοι την υπαίθρια περιήγησή μας και να κατευθυνθούμε προς το Σεβαστείο και το εξαιρετικό αρχαιολογικό μουσείο αλλά και τον χώρο που φιλοξενεί τις φωτογραφίες του μεγάλου φωτογράφου Ara Güler από τα ερείπια της πόλης που είδε in situ αλλά και στα γύρω χωριά το 1958. Το συγκρότημα του Σεβαστείου χτίστηκε αρχικά από τον Τιβέριο και ολοκληρώθηκε επί Νέρωνα. Αφιερώθηκε στην Αφροδίτη αλλά και στον ισόθεο αυτοκράτορα Αύγουστο και την οικογένεια των Ιουλίων Κλαυδίων. Οι σεισμοί διέλυσαν τις τριώροφες στοές του συγκροτήματος και σώζονται λίγα μόνο ανάγλυφα διακοσμητικά με διάφορες μυθικές παραστάσεις και αποτυπώσεις σκηνών από τους βίους Ρωμαίων αυτοκρατόρων.

Ήταν απολαυστική η περιήγηση στους δρόμους της πόλης σπουδαίων ανθρώπων, όπως ο Χαρίτων ο μυθίστορας, ο Άδραστος ο μαθηματικός και αστρονόμος, ο Ξενοκράτης ο ιατρός μα κυρίως ο Αλέξανδρος ο κατ’ εξοχήν εξηγητής και υπομνηματιστής του Αριστοτέλη που έργο του είχα την τιμή να διδάξω τους προηγούμενους μήνες στο πανεπιστήμιο.




Newer posts »