Ιωάννης Παπαχρήστου

Author: Ioannis Papachristou (Page 1 of 3)

Οι τουλίπες της Πόλης

9 Μαΐου 2021

Την ημέρα που έφτασε στον Φαρχάντ η ψευδής είδηση θανάτου της αγαπημένης του Σιρίν, απελπισμένος από την θλίψη, άρχισε να ακρωτηριάζεται με ένα τσεκούρι. Από κάθε σταγόνα αίματος που έπεφτε από τις πληγές του στο χώμα, φύτρωνε ένα κατακόκκινο λουλούδι. Μια κατακόκκινη τουλίπα, που έκτοτε έμελλε να γίνει το σύμβολο της αθάνατης αγάπης στην περσική παράδοση.

Η τουλίπα είναι φυτό της κεντρικής Ασίας. Ο κατά πολύ κοντότερος πρόγονός της ήταν αποκλειστικά κόκκινου χρώματος και ευδοκιμούσε στα οροπέδια της Τιεν Σαν στις παρυφές της Κίνας με την Ρωσία και το Αφγανιστάν. Οι πρώτες σχετικές γραπτές μαρτυρίες για την τουλίπα χρονολογούνται από το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, όταν ο πολυμαθής Ομάρ Χαγιάμ (1048-1131) παρομοίασε με τουλίπα την απαράμιλλη ομορφιά της γυναίκας στους ποιητικούς του στίχους. Η τουλίπα εμφανίζεται από το Ισφαχάν και την Βαγδάτη ως τα οροπέδια του Θιβέτ και από τις πεδιάδες της Κασπίας Θάλασσας ως τον Καύκασο.

Τα τουρκικά νομαδικά φύλα της κεντρικής Ασίας γνώριζαν την τουλίπα. Από μεταγενέστερες πηγές, καθώς δεν έχουμε ίχνη γραπτού λόγου από τους Τούρκους νομάδες, μαθαίνουμε ότι την θεωρούσαν σύμβολο γονιμότητας, αναγέννησης και ζωής. Κατά τις εισβολές των Σελτζούκων προς τα δυτικά οι τουλίπες έφτασαν ως τις πεδιάδες της Ανατολίας. Μέσω των επιδρομών των Σελτζούκων και των Οσμανιδών στη Βυζαντινή επικράτεια, η τουλίπα βρίσκει τον δρόμο της στη Μικρά Ασία και αρχίζει να εμφανίζεται όλο και περισσότερο, ώσπου γίνεται η βασίλισσα των λουλουδιών στην βασιλίδα Κωνσταντινούπολη.

Η δημιουργία κήπων για τους μουσουλμάνους, οι απεικονίσεις φυτών και λουλουδιών στους τάφους και αργότερα οι απεικονίσεις τους στην τέχνη είναι μια πράξη εικονοποίησης, συμβολισμού του παραδείσου. Λέγεται ότι ειδικά η τουλίπα απόκτησε ιερότητα για τους Οθωμανούς και τους Πέρσες διότι τα γράμματα της λέξης lâle, لاله είναι τα ίδια σε άλλη σειρά με της λέξης Allah, اللّٰه και κατ’ άλλους διότι όταν ωριμάζει το άνθος και σκύβει, μοιάζει να παίρνει στάση ταπεινότητας ενώπιον του θεού.

Από τον 16ο αιώνα και μετά παρατηρείται εκτεταμένη καλλιέργεια τουλίπας στην Κωνσταντινούπολη που έφερε νέους συνδυασμούς χρωμάτων. Το έντονο κόκκινο, το κίτρινο, το πορτοκαλί, το ροζ και τα δίχρωμα άνθη της τουλίπας εντυπωσίασαν τους Ευρωπαίους πρεσβευτές που έρχονταν στην οθωμανική αυτοκρατορική αυλή. Τον 17ο αιώνα οι ενθουσιασμένοι με αυτό το εξωτικό, στα μάτια τους φυτό, Ολλανδοί αποφασίζουν να αγοράσουν βολβούς τουλίπας και να τους καλλιεργήσουν στην χώρα τους, γεγονός που οδήγησε σε ένα μανιώδες εμπόριο βολβών τουλίπας και βέβαια στο να αναδειχθεί η τουλίπα σε σήμα κατατεθέν της Ολλανδίας.

Ωστόσο, η Πόλη υπήρξε για πολλούς ακόμα αιώνες ταυτισμένη με τους λαλέδες και μέχρι σήμερα, μέσα στην άνοιξη, οι αρχές της πόλης φροντίζουν να στολίζουν τους δημόσιους κήπους με τουλίπες, δημιουργώντας πολύχρωμα φαντασμαγορικά χαλιά που δεν χορταίνει το μάτι. Οι Πολίτες αλλά και οι ξένοι σπεύδουν κάθε χρόνο να θαυμάσουν αυτό το ακτινοβόλο και περήφανο άνθος με τα λεπτεπίλεπτα πέταλα στο πάρκο Εμιργκιάν (Emirgân) στις θρακικές όχθες του Βοσπόρου για να απολαύσουν από κοντά μονόχρωμες και πολύχρωμες τουλίπες, πλάι σε νάρκισσους και ζουμπούλια. Η τουλίπα, η εκθαμβωτική βασίλισσα της άνοιξης, που απεικονίζεται σε αμέτρητα οθωμανικά μνημεία της πόλης, είναι και σύμβολο του Μητροπολιτικού Δήμου της Κωνσταντινούπολης.

Αξίζει ένας περίπατος τον Απρίλιο και τον Μάιο με υποχρεωτική στάση στο δημόσιο πάρκο του Εμιργκιάν κάτω από τον ηλιόλουστο ουρανό της Πόλης για να δείτε την μυστηριακή τουλίπα του παραδείσου, της γονιμότητας και της αγάπης στο ομορφότερο πέρασμα του κόσμου, τον Βόσπορο.

 

12+1 στιγμές περιήγησης το 2020

31 Δεκεμβρίου 2020

Το έτος 2020 φεύγει στη σκιά της πανδημίας του ιού covid-19 που σκέπασε τις ζωές μας. Οι περιηγήσεις μετρημένες και δειλές, περιορισμένες στα σωθικά των πόλεων του περιηγητή και σε αποδράσεις ξαφνικές, που μοιάζαν περισσότερο με φυγές παρά με περιηγήσεις.

Το 2021 να ανοίξει πάλι τις ρούγες, και τις λεωφόρους, να φέρει στις ζωές μας τα πλοία, τα αεροπλάνα και τα τρένα που δεν πήραμε. Να φέρει την χαρά και τις αγκαλιές που στερηθήκαμε.



Τα λατομεία του Μαρμαρά
(Bedalan, Marmara Adası)

17 Σεπτεμβρίου 2020

Ο υπόλευκος, με τις έντονες γκρι φλέβες, θησαυρός της Προκοννήσου, το μάρμαρο, δικαίως παίρνει τον τίτλο της απόλυτης σφραγίδας της νήσου. Ήδη πάνω από δύομιση χιλιετίες βαστά η λατόμευση του προκοννησιακού μαρμάρου και είναι πράγματι εντυπωσιακό πως ένα νησί περιφέρειας περίπου 60 ναυτικών μιλίων δίνει τον ανεξάντλητο, όπως φαίνεται, πυρήνα του στα πέρατα της οικουμένης μέχρι σήμερα.

Η Προκόννησος ή νήσος Μαρμαράς, όπως επικράτησε να λέγεται από τους Ιταλούς θαλασσοπόρους και χαρτογράφους από τους μεσαιωνικούς χρόνους κι έπειτα, αποτελεί κέντρο λατόμευσης και εξαγωγής μαρμάρου με το οποίο ντύθηκαν πολλά από τα σπουδαία αρχιτεκτονήματα των πόλεων της Μικράς Ασίας, της Κωνσταντινούπολης, της Ελλάδας και της Ιταλίας αλλά και γενικότερα της λεκάνης της Μεσογείου και στις μέρες μας εξάγεται σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε λιμάνια της Αμερικής, της Ασίας και της Ιαπωνίας. Σαρκοφάγοι, κίονες και κιονόκρανα, αγάλματα, πλήθος διακοσμήσεις, πλακάκια, δάπεδα, προσόψεις, μαρμαρόπετρες και μαρμαρόσκονη που χρησιμοποιείται ακόμα και σε καλλυντικά είναι κάποια από τα αντικείμενα που γεννήθηκαν από το ξεχωριστό προκοννησιακό μάρμαρο.

Το μάρμαρο εντοπίζεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς της Προκοννήσου όπου βρίσκει κανείς ένα από τα αρχαιότερα πολίσματα της νήσου, τα Παλάτια (σημ. όν. Saraylar). Πίσω από τα Παλάτια βρίσκονται ακόμη σημάδια από τα λατομεία της ελληνιστικής, της ρωμαϊκής και της βυζαντινής περιόδου, παρά τους εξωφρενικούς ρυθμούς αναστάτωσης της γης που προκαλούν τα σύγχρονα λατομεία. Στη μέση περίπου της βόρειας πλευράς της νήσου ο έτερος οικισμός που μάλλον σχετιζόταν και αυτός με την λατόμευση μαρμάρου, το Καμιαντό, εγκαταλείφθηκε περί τον 18ο αιώνα και δεν γνωρίζουμε τίποτα για αυτόν. Η λατόμευση μαρμάρου όμως από τα τέλη του 19ου αιώνα και κυρίως κατά τον 20ό αιώνα έχει εξαπλωθεί δυτικότερα των Παλατίων καλύπτοντας σχεδόν όλη την βόρεια πλευρά με αποδοτικότερη σε μάρμαρο την περιοχή του φυσικού λιμανιού Πεταλάς (σημ. όν. Bedalan Limanı) στα βορειοδυτικά.

Ο Πεταλάς ήταν ανέκαθεν γνωστός στους ναυτικούς ως ασφαλές φυσικό αγκυροβόλιο κατά τις ξαφνικές, θρασύτατες και συχνά μοιραίες τρικυμίες της Προποντίδας. Τριγύρω άλλωστε από τον Πεταλά και τον βράχο στη δυτική του είσοδο που είναι γνωστός ως «του Πάλη η πέτρα» η ενάλια αρχαιολογία έχει εντοπίσει πλήθος αρχαίων, βυζαντινών και οθωμανικών ναυαγίων που καταδεικνύουν την Προκόννησο ως σημαντικό θαλάσσιο εμπορικό κόμβο.

Προορισμός της σημερινής περιήγησης λοιπόν τα λατομεία του Πεταλά. Φύγαμε από το χωριό Γαλλιμή (σημ. όν. Çınarlı) παίρνοντας τον δρόμο που περνά πίσω της και οδηγεί από την δυτική πλευρά προς τον βορρά και τον Πεταλά. Εκεί δραστηριοποιήθηκε, ίσως η πρώτη οργανωμένη και ξένη εταιρεία λατόμευσης και μεταφοράς μαρμάρου του Πεταλά, η βρετανικών συμφερόντων εταιρεία Walton Gooddy & Cripps Ltd, που λειτούργησε ως το 1922.

Την τελευταία εικοσαετία η περιοχή του Πεταλά έχει αλλάξει δραματικά από πετυχημένες και αποτυχημένες προσπάθειες εντοπισμού καλής φλέβας μαρμάρου. Κάθε χρόνο τα μονοπάτια στο βουνό που οδηγούν μέσα από την κοιλάδα του Καμιαντού στα Παλάτια αλλάζουν κι ο περιηγητής συχνά χάνει τον δρόμο του. Πλησιάζοντας στα λατομεία συναντάς μεγάλα κομμάτια μαρμάρου τα οποία σε καθοδηγούν (ως ταμπέλες σημειωμένες με κόκκινη και μπλε μπογιά) προς τα λατομεία των διαφόρων εταιρειών και συνεταιρισμών που εδρεύουν στη νήσο.

Ύστερα από ένα ξέφωτο φτάνεις σε έναν εξωπραγματικό κόσμο. Το βουνό πίσω από τον κόλπο του Πεταλά μοιάζει με τεράστιο κρατήρα απ’ όπου βλέπεις μέχρι μέσα βαθιά στη γη τοιχώματα από προκοννήσιο μαρμάρο που λατομεύεται μεθοδικά και αλόγιστα. Το χρώμα που επικρατεί στο λατομείο είναι το κοκκινωπό των σωθικών της γης και το λευκό του μαρμάρου που αντανακλά τον ήλιο σαν διαυγής καθρέφτης. Σαστισμένος ο περιηγητής από τους απόκοσμους ήχους των μηχανημάτων που ανοίγουν την γη, εκείνων που κόβουν τους τεράστιους λίθους του ενός τόνου, των άλλων που κόβουν τους λίθους σε πλακάκια ή τους σπάνε σε πέτρες ή σε σκόνη, ρίχνει μια ματιά γύρω στο τοπίο. Εκατοντάδες λίθινοι όγκοι στιβαγμένοι παντού γύρω από το λατομείο και η μαρμάρινη ομίχλη που ντύνει τον αέρα και το έδαφος σε παχιά στρώματα δημιουργούν ένα σχεδόν σεληνιακό τοπίο. Από κάτω η θάλασσα ασπρίζει κι αυτή από τον καρπό της προκοννήσιας γης που κατακάθεται στον βυθό και λάμπει γαλαζωπή προκαλώντας σε να βουτήξεις.

Διασχίσαμε τον τεράστιο αυτό κρατήρα, που από ψηλά κάνει τους εργάτες να μοιάζουν με μυρμήγκια που κινούνται μέσα του, προς τα ανατολικά αφού χάσαμε τον δρόμο μας τρεις φορές. Φτάσαμε στο ανατολικότερο λατομείο του Πεταλά εκεί που κλείνει ο κόλπος σε μια παραλία απόκρημνη κάποτε και προσβάσιμη σήμερα μετά από τόσες δεκαετίες λατόμευσης. Η μία της πλευρά είναι κατάλευκη από την μαρμαρόσκονη που παράγει εκεί μια εταιρεία. Η άλλη της πλευρά είναι βραχώδης και πρέπει να χρησίμευσε για χρόνους πολλούς σαν σκάλα για πλοία που έδεναν για να παραλάβουν το μάρμαρο.

Κι εκεί πάνω στα βράχια, μέσα στη λευκότητα που αντανακλάται αδιάκοπα στα μάτια αυτή την ηλιόλουστη μέρα, σαν οφλθαλμαπάτη καταμεσής μιας όασης εμφανίζονται γράμματα και αριθμοί. Πλησιάζεις και να κι άλλες λέξεις κι άλλοι αριθμοί και πιο πέρα ακόμα περισσότερα. Εδώ και αιώνες τα βράχια αυτά -όπου βρίσκεται πανάρχαιο πηγάδι και δύο μεγάλες μαρμάρινες γούρνες κάποιων αιώνων- μαρτυρούν την παρουσία είτε ναυτικών που έφταναν εδώ για να μεταφέρουν το μάρμαρο είτε ναυαγών που τους ξέβρασε η αγριεμένη Προποντίδα είτε κατάκοπων εργατών των λατομείων. Έγραφαν το όνομά τους και την χρονολογία που βρέθηκαν εδώ, έγραφαν μια προσευχή για να πάνε όλα καλά. Δεκάδες τέτοιες επιγραφές κυρίως στα ελληνικά και λιγότερες στα οθωμανικά είναι ένα κόσμημα του Πεταλά που έφερε εδώ τόσους ανθρώπους που άφησαν παρακαταθήκη το αποτύπωμά τους με το νύχι.

Ο περιηγητής που θα φτάσει εδώ να σταθεί μια στιγμή για να νιώσει την καρδιά της νήσου να πάλλεται, ν’ ασπρίζει την θάλασσα και τον ουρανό, πριν βουτήξει στα δροσερά νερά την φαντασία και τις αγωνίες του για να τις ξεπλύνει.



Αγία Σοφία, Κωνσταντινούπολη
Ayasofya, İstanbul

28 Ιουλίου 2020

Έφτασα με το Marmaray, το τρένο που διασχίζει τον Βόσπορο κάτω από τα σπλάχνα του, στο διάσημο τερματικό σταθμό τρένων Σιρκετζί της Κωνσταντινούπολης για να ανηφορίσω από εκεί στον πρώτο λόφο της επτάλοφης. Προορισμός το μέγα σύμβολο μιας πόλης, δύο αυτοκρατοριών και δύο θρησκειών, η Αγία Σοφία, ναός αφιερωμένος στη σοφία του θεού. Σύμβολο του χριστιανισμού επί περίπου μία χιλιετία, χτισμένη ανάμεσα στα 532-537, λαβωμένη από τους Σταυροφόρους της λατινικής (1204) Δύσης και αργότερα σύμβολο κατάκτησης του μουσουλμανικού κόσμου (1453), μνημείο τεράστιας εμβέλειας στο θυμικό του ρωμαιοελληνικού και οθωμανικού κόσμου.

Καθώς περπατούσα στο πλάι του Γκιούλχανέ η αγωνία μου μεγάλωνε για τις εικόνες που θα αντικρύσω μετά την ξαφνική απόφαση μετατροπής της Αγίας Σοφίας από μουσείο (1934) σε τζαμί (2020). Στις 10 Ιουλίου το ανώτατο τουρκικό δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του Μουσταφά Κεμάλ που την όριζε ως μουσείο και την Παρασκευή 24 Ιουλίου τελέστηκε η πρώτη μουσουλμανική προσευχή παρουσία του προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας Ταγίπ Ερντογάν. Υπολογίζεται ότι εκείνη την μέρα περίπου 350.000 άνθρωποι βρέθηκαν κοντά στην Αγία Σοφία κλαίγοντας, πανηγυρίζοντας, ξενυχτώντας προσευχόμενοι όλη μέρα παρά την εν εξελίξει πανδημία του ιού covid-19. Επί τρεις μέρες πλήθη μουσουλμάνων από την Τουρκία και αλλού συνέρεαν για να μπουν, ίσως και για πρώτη φορά, στην Αγία Σοφία, που πλέον ονομάζεται Μεγάλο Τζαμί της Αγίας Σοφίας. Πλησίασα στη δυτική πρόσοψη και το πρώτο ξάφνιασμα δεν ήταν το πλήθος πιστών αλλά οι αμέτρητοι αστυνομικοί και στρατιώτες που περιφρουρούν το κτίριο. Έστριψα στη μεγάλη πλατεία, πέρασα τον σωματικό έλεγχο των αρχών, και στάθηκαν στην ουρά περίπου 150 ανθρώπων που περίμεναν για να μπουν.

Το ψηφιδωτό με τον Μέγα Κωνσταντίνο να προσφέρει την Κωνσταντινούπολη και τον Ιουστινιανό την Αγία Σοφία στην ένθρονη Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα της νότιας εισόδου βρίσκεται πίσω από  τετράγωνο πανί που σου επιτρέπει να δεις το ψηφιδωτό αν βρεθείς σχεδόν από κάτω του. Το πρώτο ρίγος μπαίνοντας στον νάρθηκα με διαπέρασε όταν στάθηκα να κοιτώ τις μαυροφορεμένες μουσουλμάνες που έμπαιναν αναφωνώντας “ο θεός είναι μεγάλος” στο δεξί κλίτος το οποίο αναπροσαρμόζεται ως χώρος προσευχής  γυναικών. Προχώρησα προς την αυτοκρατορική πύλη και πρόσεξα ότι το ψηφιδωτό στην αψίδα της (ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ προσκυνά τον ένθρονο Χριστό) είναι πλήρως καλυμμένο. Στο βάθος, στη βόρεια πλευρά, η πύλη που οδηγεί στον γυναικωνίτη είναι κλειστή και για την ώρα, άγνωστο γιατί, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στα ψηφιδωτά του 10ου-12ου αιώνα που κοσμούν την νότια πλευρά του γυναικωνίτη. Οι φόβοι ότι δεν θα τηρηθούν οι υποσχέσεις πως οι μη μουσουλμάνοι θα έχουν ακόμα την δυνατότητα πρόσβασης στα βυζαντινά μωσαϊκά άρχισαν να με τυλίγουν.

Έβγαλα τα παπούτσια μου στην αυτοκρατορική πύλη, πρώτη φορά μετά από τόσες επισκέψεις στο μνημείο. Κάποιος φώναζε στους εισερχομένους να μην κρατούν τα παπούτσια στο χέρι ενώ περιφέρονται μέσα στο τζαμί γιατί απαγορεύεται. Κρατώντας τα παπούτσια στο χέρι προχώρησα πάνω στο παχύ σμαραγδένιο χαλί με καρφωμένα τα μάτια πάνω από το ιερό και το μιχράμπ, όπου τέσσερις κουρτίνες έχουν καλύψει το ψηφιδωτό της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας και τον αρχάγγελο Γαβριήλ δεξιά της. Προχώρησα προς το ομφάλιο που άφησαν ακάλυπτο. Μπροστά του έφτιαξαν μια ζώνη για όσους θέλουν να προσευχηθούν και δεν προσπάθησα να την διασχίσω. Κοίταξα γύρω μου, ελάχιστοι μη μουσουλμάνοι βρίσκονται εδώ, κοιτώντας παγωμένοι γύρω τους. Τριγύριζα στον χώρο κοιτώντας τους ακάλυπτους ζωγραφισμένους σταυρούς στους θόλους, στάθηκα στο κλειστό αριστερό κλίτος, στους κοκκινωπούς (από πορφυρίτη) κίονες και στους υπόλευκους (από μάρμαρο Προκοννήσου) παρατηρώντας στα κιονόκρανα τα σκαλισμένα μονογράμματα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού και της σεβαστοκράτειρας Θεοδώρας, στα ψηφιδωτά με τους αγίους πάνω από την βόρεια κιονοστοιχία που είναι ακόμα ορατοί, στις πολύχρωμες ορθομαρμαρώσεις των τοίχων από μάρμαρα Προκοννήσου, πράσινους γρανίτες και πορφυρίτες που σχηματίζουν κυματισμούς σαν αυτούς της Προποντίδας. Το opus sectile από μάρμαρο Προκοννήσου και ταινίες πράσινου γρανίτη άφαντο κάτω από το χαλί. Γύρισα ξανά και ξανά στα ίδια σημεία, στάθηκα για ώρα σε γωνιές απ’ όπου δεν περνά πολύς κόσμος για να χωνέψω το νέο καθεστώς του οικουμενικού μνημείου. Η ίδια φωνή επαναλάμβανε στα τουρκικά να μην κρατάμε τα παπούτσια μας στο χέρι.

Κρατούσα τα παπούτσια μου ακουμπώντας με την πλάτη στα γκρίζα νερά του προκοννησιώτικου μαρμάρου σκεπτόμενος τους Μαρμαρινούς εργάτες του 6ου αιώνα να λατομούν αυτές τις πλάκες για να φορτωθούν στα αυτοκρατορικά πλοία. Συνειδητοποίησα ότι η Αγία Σοφία είναι πολύ σκοτεινή σήμερα, το φως που φτάνει μέσα της είναι λιγότερο, για αυτό και κάποιες από τις φωτογραφίες μου δεν βγήκαν καθαρές. Στεκόμουν μόνος εκεί για αρκετή ώρα κοιτώντας τα νερά των μαρμάρων, με έχει ταράξει η δύναμη των «έτσι θέλω» της πολιτικής και των θρησκειών, ο εγωισμός και η ματαιοδοξία υπό το κάλυμμα θρησκειών που επικαλούνται τ’ αντίθετο. Παρατηρούσα τον κόσμο που έμπαινε στο μνημείο: είναι εμφανές ότι κανείς τους δεν μπαίνει σήμερα στην Αγία Σοφία για να θαυμάσει και απολαύσει την αισθητική αξία, το κάλλος που έπλασαν ο Ανθέμιος ο εκ Τράλλεων και ο Ισίδωρος ο Μιλήσιος. Στα πρόσωπά τους είναι ζωγραφισμένη η σπάθα της κατάκτησης, η υπεροψία μιας προγονικής νίκης και (από τις συνομιλίες που άκουσα) το βαθύ πηγάδι της ημιμάθειας.

Βγήκα στην αυλή προσπερνώντας τον εξωνάρθηκα, όπου το έδικτο του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ (1116) χαραγμένο σε πέντε πλάκες από προκοννήσιο μάρμαρο, η αυτοκρατορική σαρκοφάγος από πορφυρίτη και το μαρμάρινο βαφτιστήριο, για να πάρω αέρα. Είναι μια ιστορική στιγμή για το μνημείο της Αγίας Σοφίας και αξέχαστη για μένα που βρίσκομαι εδώ τέσσερις μέρες μετά την μετατροπή της σε τζαμί. Στην αυλή το απογευματινό φως τόνιζε γλυκά τον τρούλο, τους τοίχους και τα ανάγλυφα ερείπια του πρότερου ναού του Θεοδοσίου. Κάποια στιγμή αγόρια και κορίτσια έτρεξαν πάνω από κόκκινα και ροζ τριαντάφυλλα δίπλα στην είσοδο για να τα μυρίσουν. Τί κατάλαβαν άραγε από την σημερινή τους επίσκεψη στην Αγία Σοφία; Ο αυθορμητισμός τους έσπασε μήπως με ερωτήσεις τα στεγανά των ενηλίκων; Μοναδική παρηγοριά στα σχεδόν ενοχικά μου δάκρυα στις σκιές των κιόνων της είναι το γερό πάτημα του αρχιτεκτονήματος στο εμβαδό της Πόλης και το αποτύπωμα των χρυσών ψηφίδων της στη συλλογική μνήμη. Ο μύθος του οικουμενικού αυτού μνημείου, που θα πρέπει να απολαμβάνει κάθε πολίτης του πλανήτη, δεν σκεπάζεται κι ας κρύφτηκε η ψηφιδωτή επιγραφή του ένθρονου Χριστού πάνω από την αυτοκρατορική πύλη που προτρέπει:

ΕΙΡΗΝΗ ΥΜΙΝ



 

Αλεξανδρούπολη
Γαλλικός Σταθμός

20 Ιουνίου 2020

Ανάμεσα στις διάφορες γωνιές της Αλεξανδρούπολης στις οποίες μπορεί να σταθεί ο περιηγητής, διάλεξα εκείνο το τοπόσημο και ορόσημό της που την δημιούργησε μόλις 150 χρόνια νωρίτερα. Η περιοχή ως το 1870 ήταν μια ερημιά όπου κατέβαιναν λιγοστοί ψαράδες από γειτονικούς οικισμούς κι όπου είχε βρει την ηρεμία του (μάλλον όχι για πολύ) κάποιος ερημίτης εξ αιτίας του οποίου ονομάστηκε η τοποθεσία και η μετέπειτα πόλη Ντεντέ-αγάτς (στα οθωμανικά: دده آغاج ), δηλαδή “το δέντρο του ερημίτη”.

Το 1870-1871 η Οθωμανική Αυτοκρατορία αρχίζει τα έργα κατασκευής σιδηροδρομικής γραμμής που θα ένωνε αυτή την νότια παραθαλάσσια τοποθεσία της Θράκης μετά το δέλτα του ποταμού Έβρου με την Αδριανούπολη και, συνεπώς, με την Κωνσταντινούπολη και θα άνοιγε έναν ασφαλέστερο και ταχύτερο εμπορικό δρόμο προς την Θεσσαλονίκη. Η γαλλική εταιρεία Les Chemins de Fer Orientaux ολοκληρώνει το έργο ως τις αρχές του 1873 ενώ παράλληλα (και κυρίως έκτοτε) αρχίζει σιγά σιγά να αυξάνεται ο πληθυσμός του οικισμού, να αγοράζεται γη με την προοπτική της κατασκευής του λιμανιού που σε συνδυασμό με την σιδηροδρομική γραμμή θα εκτίνασε το εμπόριο. Το έτερο τοπόσημο της Αλεξανδρούπολης, ο φάρος, λειτουργεί το 1880 χρωστώντας και αυτό με την σειρά του την ύπαρξή του στον λεγόμενο Γαλλικό Σταθμό του Ντεντέ-αγάτς.

Ο Γαλλικός Σταθμός δεν έπαψε ποτέ μέχρι σήμερα να είναι ζωντανό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των κατοίκων της Αλεξανδρούπολης και όλων των παρέβριων χωριών και κωμοπόλεων που διασχίζει η σιδηροδρομική γραμμή. Η συγκίνηση όταν έφτασα εκεί κορυφώθηκε σκεπτόμενος την σπουδαιότητα αυτού του χώρου που έδωσε πνοή στις ζωές χιλιάδων ανθρώπων και πια αποτελεί την μεγαλύτερη πόλη του Έβρου – πόλη που φτιάχτηκε ακριβώς για να αποτελέσει σταυροδρόμι για χερσαία και νησιωτικά κέντρα.

Αφού αφήσουμε πίσω μας τον φάρο και τον επιβατικό σταθμό των τρένων της Αλεξανδρούπολης και συνεχίσουμε να περπατάμε ανατολικά προς την έξοδο της πόλης ακολουθώντας τις γραμμές, θα συναντήσουμε ένα μεγάλο μακρόστενο κτίσμα που αποτελούσε κέντρο διαλογής και σήμερα είναι παντελώς αφημένο και ξέφραγο, γεμάτο μπάζα, σκουπίδια και σημάδια χρήσης του από περιθωριακούς ανθρώπους. Ύστερα ακολουθεί το σύγχρονο μηχανοστάσιο της Αλεξανδρούπολης και λίγα μέτρα μετά ο Μύλος του Μασούρα, που κατασκευάστηκε την περίοδο 1930-1933 και παρήγαγε αλεύρι ως το 1967. Το τρίπατο πέτρινο κτίσμα του μύλου δεν χτίστηκε τυχαία πλάι στον Γαλλικό Σταθμό από τον πελοποννήσιο έμπορο Γεώργιο Μασούρα και ευτυχώς στις μέρες μας είχε την τύχη να αναστηλωθεί και να στεγάσει το Ελληνικό Ινστιτούτο Θρακικών Μελετών.

Λίγα μέτρα μετά φτάνουμε πίσω από το κεντρικό ξύλινο κτίριο του Γαλλικού Σταθμού, ένα πραγματικό στολίδι βαμμένο άχαρα σε χρώμα γκρι. Αριστερά από το κεντρικό κτίριο είναι το παρεκκλήσι του αγίου Φιλίππου. Τα χρώματα των λουλουδιών του κήπου του είναι η μόνη όαση ανάμεσα στα αφημένα μικρά και μεγάλα βοηθητικά κτίρια του σταθμού. Το κτιριακό συγκρότημα του Γαλλικού Σταθμού διασώθηκε στο πέρασμα των χρόνων, όχι όμως δίχως πληγές. Η όμορφη εικόνα των δέντρων, των γραμμών με τα σταματημένα βαγόνια και η ηρεμία λίγα μόλις μέτρα έξω από το κέντρο της πόλης δεν συνάδει με την εικόνα των ξεφτισμένων ξύλων, των κρεμάμενων πατζουριών, των σκασμένων τοίχων και των σκουπιδιών γύρω και μέσα στα ερειπωμένα κτίσματα που χρήζουν άμεσης αποκαταστάσης για να μην καταπέσουν.

Το μεγάλο δίπατο ξύλινο κτίριο βρίσκεται ακόμα σε χρήση από τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδας. Στο κέντρο του διαβάζουμε την επιγραφή ‘Αλεξανδρούπολις. Διαλογή’. Στα δεξιά του βρίσκεται ισόγειο ξύλινο κτίσμα η επιγραφή του οποίου μας πληροφορεί ότι είναι το γραφείο του προσωπικού των αμαξοστοιχιών και δίπλα του η βρύση. Μπροστά στον άγ. Φίλιππο επίσης φαίνεται σε χρήση ένα άλλο μικρό πέτρινο κτίσμα όχι όμως και το εγκαταλειμμένο μικρό κτίσμα απέναντί του. Από μία σύντομη ματιά από τα παράθυρα του ξύλινου κτιρίου αλλά και από το δίπατο πέτρινο κτίσμα στα δεξιά του, που αποτελούσε κατοικία διευθυντών του σταθμού, ήταν απογοητευτική. Αφημένα στην τύχη τους δεν θα επιβιώσουν μιας και ούτε το ξύλο ούτε η πέτρα είναι υλικά που μπορούν να μείνουν για δεκαετίες χωρίς συστηματική φροντίδα.

Κάθισα μπροστά στο διώροφο ξύλινο κτίσμα αρκετή ώρα. Αυτή η άλλοτε πολύβουη γωνιά από τρένα που στρίγκλιζαν πάνω στις γραμμές, σταθμάρχες που σφύριζαν, εμπόρους και χαμάληδες που εξασφάλιζαν τα προς το ζην, ταξιδιώτες της Θράκης και λογής εργάτες, είναι παραδόξως ήσυχη και άδεια.

Ο Γαλλικός Σταθμός αποτελεί τον καθρέφτη των πολιτών της Αλεξανδρούπολης ακόμη και εκείνων των προσφύγων που δεν είχαν για εστία τους το Ντεντέ-αγάτς, μα τους έφεραν εδώ πάνω σε αυτές τις σιδηροδρομικές γραμμές οι πόλεμοι. Κι έτσι αναλογίστηκα πόσο τυχερή πόλη είναι η Αλεξανδρούπολη που έχει χειροπιαστό ακόμα τον ομφαλό της, τον Γαλλικό Σταθμό, και πόσο σημαντικό είναι να τον διαφυλάξει ως το σπουδαιότερο μνημείο της ύπαρξής της, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε οι μαμάδες κρατούσαν για φυλαχτό ένα κομμάτι από τον ομφάλιο λώρο του νεογέννητου μωρού τους, για να θυμούνται αμφότεροι από που άρχισαν όλα.



 

Πανδημία
Κωνσταντινούπολη

5 Απριλίου 2020

Κυριακή συχνά αγανακτείς να βγεις ένα περίπατο στο ιστορικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης. Τα παζάρια πήζουν από εκατομμύρια ντόπιων και τουριστών που βγαίνουν για τα αλισβερίσια, τα μεϊντάνια πολύβουα, τα καφενεία (παραδοσιακά και σύγχρονα) κάνουν σεφτέ από νωρίς, όλες οι λεωφόροι ασφυκτιούν από ένα ατέρμονο συρφετό αυτοκινήτων που λες είναι φίδι που έρπεται αν το δεις από ψηλά κι οι ακτές του Βοσπόρου βουλιάζουν από όσους θα βγουν για περίπατο, για ψάρεμα και ραντεβού. Σήμερα όμως τίποτα δεν θύμιζε την ζωή της Πόλης. Μια βόλτα με αυτοκίνητο στο ιστορικό κέντρο ήταν απλώς μια βλακώδης ιδέα. Σήμερα όμως όχι. Οι λεωφόροι άδειες, χώροι στάθμευσης άδειοι, τα παζάρια κλειστά, οι αγορές, τα καφενεία άδεια, οι γάτες της Πόλης σαν να λιγόστεψαν κι αυτές, στον Βόσπορο φουρτούνα με μανιασμένο βορριά και ένα ψιλόβροχο που αντικατέστησε τους περιπατητές στάλα στάλα. Εκατοντάδες πλοία αναμένουν στο στόμιο του Βοσπόρου μέρες για να περάσουν. Όλα λες και σταμάτησαν. Είναι η Πόλη των ημερών της πανδημίας. Η Πόλη όπως δεν την έχουμε ξαναδεί ποτέ κι είθε να μην την ξαναδούμε ποτέ- κι ας σιχτιρίζουμε για τα στριμώγματα στα μεϊντάνια και τα καφενεία της, τα παραφορτωμένα λεωφορεία, την πολυκοσμία και την εξουθενωτική της κίνηση. Άλλωστε τί είναι τα διαμάντια χωρίς τα χέρια που τα φέρνουν στο φως;



Ημέρα Ναυτιλίας στον Μαρμαρά
(Marmara Adası, Kabotaj Bayramı)

20 Ιουλίου 2019

“Εκεί μού διηγήθηκαν το έθιμο της 1ης Ιουλίου, το λεγόμενο καμποτάζ μπαϊραμί (Kabotaj Bayramı), που τελείται και στον Μαρμαρά. […] Γιορτάζεται στα παραθαλάσσια μέρη της Τουρκίας ως εξής: στήνεται στην προβλήτα ένας κορμός δέντρου που η μία άκρη του κρέμεται πάνω από την θάλασσα. Σ’ εκείνη την άκρη τοποθετούν μια τουρκική σημαία και ύστερα αλείφουν τον κορμό με λάδι. Τα νεαρά αγόρια συναγωνίζονται ποιο θα προχωρήσει πάνω στον λαδωμένο κορμό τόσο, ώστε να αρπάξει την σημαία, προτού γλιστρήσει και πέσει στη θάλασσα. Παλιότερα ο νικητής έπαιρνε χρυσή λίρα, τώρα αρκείται σε ένα μικρότερης αξίας χαρτζιλίκι.”

Απόσπασμα από το βιβλίο μου: Το Μαρμαρένιο Νησί. Περιηγήσεις στον Μαρμαρά της Προποντίδας, εκδ. Μπαλτάς, 2019.

Οι φωτογραφίες είναι από την φετινή Ημέρα Ναυτιλίας που πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιουλίου στο λιμάνι του Μαρμαρά.


Ραιδεστός
(Tekirdağ)

7 Ιανουαρίου 2019

Κατηφορίσαμε προς την Κεσσάνη και τα Μάλγαρα για να φτάσαμε στο διαμάντι της Προποντίδας, την Ραιδεστό. Είναι χτισμένη πάνω σε λόφο, πλάι στο αρχαιότατο πέρασμα της παράλιας Θράκης και έφερε το όνομα Βισάνθη. Η Ραιδεστός ήταν στους βυζαντινούς χρόνους σημαντικό λιμάνι και ισχυρή καστροπολιτεία. Πέρασαν από εδώ Βενετοί, Γενουάτες, Φράγκοι και Καταλανοί. Στόχος ήταν να δούμε την ανακαινισμένη οικεία Μαυρίδη που μετατράπηκε σε Μουσείο Παλαιών Φωτογραφιών Ραιδεστού.

Ανεβήκαμε στην παλιά πόλη από το Γεωργιάδειο αρρεναγωγείο (1909). Λίγο πιο πέρα, στον Φραγκομαχαλά, βρίσκεται το σπίτι του ούγγρου επαναστάτη, πρίγκηπα Φραγκίσκου Β΄ Ρακότσι (1720) που κατέφτασε εδώ εξόριστος. Πλήθος ξύλινων σπιτιών σώζεται τριγύρω στον ρωμαίικο μαχαλά, όπου δεσπόζει το δίπατο πέτρινο κτίριο του Φιλεκπαιδευτικούς Συλλόγου Ραιδεστού (1897). Δυστυχώς οι πόρτες της πρόσφατα ανακαινισμένης οικίας Μαυρίδη ήταν κλειστές και δεν καταφέραμε να δούμε την συλλογή παλαιών φωτογραφιών της πόλης. Απέναντι από την οικία βρίσκεται μια μεγάλη κρήνη με ίχνη ελληνικής επιγραφής. Διασχίσαμε την πλατεία της κρήνης και πήγαμε στο Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου σώζονται κάποια ελάχιστα ευρήματα από τις ελληνορωμαϊκές αρχαιότητες της ανατολικής Θράκης. Ανάμεσά τους όλα τα κτερίσματα του τύμβου, στον οποίο θάφτηκε ο θρακιώτης πρίγκηπας Τήρης που ταυτίζεται με τον Τήρη που ακολούθησε την εκστρατεία του μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αίγυπτο (331 π.Χ.). Ο Τήρης ενταφιάστηκε, περί το 324 π.Χ., κοντά στην Πέρινθο (που γειτόνευε με την Ραιδεστό) μαζί με εντυπωσιακά προσωπικά του αντικείμενα. Ανάμεσά τους το εκλεπτυσμένο μακεδονικού τύπου χρυσό στεφάνι του Τήρη. Κάπου στις προθήκες του μουσείου εκτίθεται και ένα αργυρό νόμισμα της αγαπημένης Προκοννήσου που διατηρούσε αρχαιότατους εμπορικούς δεσμούς με την Ραιδεστό.

Η περιήγηση στη Ραιδεστό χρειάζεται αρκετό χρόνο για να ανακαλύψει κανείς κι άλλες γωνιές του λαμπρού παρελθόντος της στον εβραϊκό και τον μουσουλμανικό μαχαλά.


Ιερό της Νύμφης
Αθήνα

30 Δεκεμβρίου 2018

Η Αθήνα, το φως της, οι αμέτρητες ιστορίες της που ξεπηδούν από τα χιλιάδες έτη που κατοικείται. Πολλές ιστορίες της λησμονούνται για αιώνες κι επανέρχονται, άλλες χάθηκαν διά παντός. Ο περιπατητής του αρχαίου κέντρου των Αθηνών, ιδίως δε ο βιαστικός, στέκεται σε όσα πιάνει το μάτι, στα σπουδαία και λαμπρά μνημεία. Όμως στις σκιές τους φωλιάζουν μικρότερης εμβέλειας θησαυροί που κάποτε ήταν σπουδαίο μέρος της καθημερινής ζωής των κατοίκων της πόλης. Φτάνοντας στα σκαλιά του Ωδείου Ηρώδου Αττικού δεξιά σώζεται ρωμαϊκή δεξαμένη. Η αριστερή πλευρά όμως είναι που κρύβει μυστικά.

Λίγα μέτρα πιο μέσα ορθώνεται μαρμάρινη στήλη και πέτρινος περίβολος.
Πρόκειται για το ιερό της Νύμφης όπως μαρτυρά αρχαία επιγραφή: “Όρος ιερού Νύμφης” (σήμερα στο μουσείο Ακρόπολης). Οι Νύμφες συνδέονται στην αρχαία παράδοση με τα νερά, χθόνιες θεότητες προσιτές στους ανθρώπους. Η λατρεία της συγκεκριμένης σχετίζεται με την Αφροδίτη και την Ήρα προστάτριες του γάμου. Χιλιάδες λουτροφόροι και θραύσματα αγγείων (από τον 7ο αι. π.Χ.), που χάριζαν στην Νύμφη για εξαγνισμό του γάμου τους τα νεαρά ζευγάρια, βρέθηκαν εδώ: όλα τους απεικονίζουν τελετουργίες του γάμου, μύθους, αναγράφουν ονόματα και ευχές. Η λουτροφορία εικάζεται ότι γινόταν με νερό που έφερναν από την περίφημη και ιερή εννεάκρουνο Καλιρρόη κρήνη, ανατολικότερα στις όχθες του Ιλισού.

Όμως ο βράχος της ακρόπολης κατέβαζε και κατεβάζει ακόμα νερό, που πέρα από την ύδρευση θα πρέπει να σχετιζόταν και με τις τελετές στα πόδια της Νύμφης. Όπως έκπληκτος παρατήρησα χτες, σε μια διπλή δεξαμενή πίσω από το ιερό της Νύμφης, που εφάπτεται του υστερορωμαϊκού τείχους (3ος αι.) της ακρόπολης, τρέχει ακόμη νερό. Μέσα από τα αρχαία πήλινα κιούγκια κυλά μικρή ποσότητα νερού που κάποτε διοχετευόταν παρακάτω προς τον οκισμό ως την ύστερη αρχαιότητα.
Αν περάσετε αυτές τις μέρες από το ιερό της Νύμφης, θα δείτε και μια σύγχρονη προσφορά στο ιερό της, καθώς κάποιος της αφιέρωσε ρόδια, ανανά, χουρμάδες κι ένα πορτοκάλι- ίσως επιθυμώντας έναν καρπερό, φρουτώδη γάμο.



Σηλυβρία
(Silivri)

11 Νοεμβρίου 2018

Με αφορμή την πρώτη πατριαρχική λειτουργία μετά το 1922 στη Σηλυβρία, που τέλεσε ο οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος με τον μητροπολίτη Σηλυβρίας Μάξιμο στο σημείο που βρισκόταν ο ναός των Γενεθλίων της Θεοτόκου, βρεθήκαμε στην άλλοτε κραταιά περιτειχισμένη θρακική κωμόπολη.
Η μισαλλοδοξία και η αδιαφορία δεν άφησαν τίποτα σχεδόν όρθιο από τα βυζαντινά τείχη της Σηλυβρίας με τις τρεις πύλες, από το κάστρο της ακρόπολης, από τα σχολεία, την εκκλησία του αγ. Σπυρίδωνα παλαιολόγειας περιόδου, την βυζαντινή εκκλησία (14ος αι.) του τυχοδιώκτη αξιωματούχου Αλέξιου Απόκαυκου (σώζεται μόνο μέρος της υπόγειας κινστέρνας του ναού), τις νεότερες εκκλησίες, το σπίτι του αγ. Νεκταρίου επισκόπου Πενταπόλεως.
Είναι δυστυχώς ελάχιστα τα δείγματα της ρωμαίικης, της εβραϊκής και της αρμενικής παρουσίας στην Σηλυβρία (μόνο θραύσματα τάφων και ξεχαρβαλωμένα -με ελάχιστες εξαιρέσεις- σπίτια του 19ου αι.).
Περιηγούμενος στην ακρόπολη της Σηλυβρίας πρέπει πια να ψάχνεις πολύ προσεκτικά με τα μάτια τα σπαράγματα που διασώθηκαν από το παρελθόν της.



« Older posts